29 Ιουλίου, 2026

Έκτη χρονιά εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής


 

Έκτη χρονιά εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής

Αποκλεισμός χιλιάδων μαθητών/τριών από την Τριτοβάθμια εκπαίδευση προς όφελος των ιδιωτικών κολλεγίων - πανεπιστημίων

Από τις 62.329 θέσεις εισαγωγής για υποψηφίους ΓΕΛ στη Γενική Σειρά, 9.739 μένουν κενές λόγω εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Το ποσοστό πλήρωσης επομένως διαμορφώνεται εφέτος στο 84,4%, γεγονός που σημαίνει ότι περίπου μία στις έξι διαθέσιμες θέσεις δεν καταλήγει σε νέο/α φοιτητή/τρια. Εφέτος είναι η έκτη χρονιά εφαρμογής της ΕΒΕ, αφήνοντας κενές χιλιάδες διαθέσιμες θέσεις στα δημόσια πανεπιστήμια. Από το 2021 οι κενές θέσεις έχουν ως εξής:

  • 2021: 14.281 κενές θέσεις
  • 2022: 10.839 κενές θέσεις
  • 2023: 10.745 κενές θέσεις
  • 2024: 11.458 κενές θέσεις
  • 2025: 10.636 κενές θέσεις
  • 2026: 9.739 κενές θέσεις

Η ΕΒΕ, καθώς δεν αποτελεί απόλυτο αλλά σχετικό βαθμολογικό όριο εισαγωγής στις πανεπιστημιακές σχολές, δημιουργεί τεχνηέντως ανεπαρκείς υποψηφίους/ες. Συνεπώς γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι δεν πρόκειται να καλυφθούν όλες οι διαθέσιμες θέσεις τριτοβάθμιας.   

Η παραπληροφόρηση ότι στα πανεπιστήμια περνούσαν με βαθμολογία 2 και 3 και η σπέκουλα ενάντια στην ποιότητα των δημόσιων πανεπιστημίων αποκαλύπτεται κάθε χρονιά, αφού εκτός σχολών μένουν πια υποψήφιοι/ες ακόμα και με μέτριες έως άριστες βαθμολογίες. Επίσης, μαθητές και μαθήτριες με καλές και άριστες βαθμολογίες δεν θα μπουν στη σχολή προτίμησής τους. 

Χαρακτηριστικότερη, ίσως είναι η περίπτωση των αρχιτεκτονικών σχολών, απ’ όπου άριστοι μαθητές/τριες αποκλείονται ακόμα και για ελάχιστα μόρια, διότι δεν έχουν  πιάσει την ΕΒΕ του σχεδίου, μάθημα ουσιαστικά κατηργημένο από το λύκειο. Αλλά και παιδιά που αρίστευσαν στα μαθήματα βαρύτητας, δεν έχουν τον ελάχιστο Μ.Ο. για να φοιτήσουν στη σχολή που επιθυμούν.

Την ίδια στιγμή που αποκλείεται ένα τόσο μεγάλο πλήθος υποψηφίων, πολλά πανεπιστημιακά τμήματα μένουν για έκτη συνεχόμενη χρονιά με κενές θέσεις και απειλούνται με μαρασμό και κατάργηση. Η απειλή αυτή αφορά τόσο περιφερειακά τμήματα όσο και τμήματα πανεπιστημίων μεγάλων αστικών κέντρων και μάλιστα υψηλής ζήτησης. 

Αντιθέτως, τα ιδιωτικά κολλέγια δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα να συμπληρώσουν και να επεκτείνουν την πελατεία τους, μοιράζοντας πλέον αφειδώς πτυχία, αφού εκεί δεν ισχύει καμία βάση εισαγωγής ή άλλη προϋπόθεση πέραν της οικονομικής.

Μέσα σε μια εποχή στέρησης και φτωχοποίησης της ελληνικής κοινωνίας, με το δημόσιο σχολείο να μαραζώνει από τις ελλείψεις εκπαιδευτικών και υποδομών, η κυβέρνηση της ΝΔ επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά τον ρόλο της ως ντίλερ ιδιωτικών συμφερόντων. Αντί να βελτιώσει τις συνθήκες μάθησης, αποκλείει χιλιάδες παιδιά από τα δημόσια πανεπιστήμια ώστε να τα στείλει σε ιδιωτικά κολέγια και πανεπιστήμια. Ποια μέτρα πήρε το ΥΠΑΙΘ και το ΙΕΠ ώστε να βελτιωθούν οι επιδόσεις και το γνωστικό υπόβαθρο των παιδιών που τώρα κρίνει ως ανάξια; Ποια μέτρα θα πάρει ώστε και οι επόμενες γενιές μαθητών/τριών να λάβουν ποιοτική εκπαίδευση; 

Μήπως η κατάργηση των καλλιτεχνικών μαθημάτων και του σχεδίου από το λύκειο, η κατάργηση της κοινωνιολογίας, η αυταρχική επαναφορά της διαγωγής, η τιμωρητική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών συνέβαλαν στη βελτίωση της εκπαίδευσης; Τα παρωχημένα εγχειρίδια, οι απαρχαιωμένες μέθοδοι αξιολόγησης των μαθητών/τριών, τα κενά σε εκπαιδευτικό προσωπικό, η απουσία εργαστηρίων, βιβλιοθηκών και άλλων υποδομών είναι η ντροπή της εκπαίδευσης και όχι τα παιδιά και οι εκπαιδευτικοί που πασχίζουν.

Η Ελλάδα είναι από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που έχουν φτάσει τον ευρωπαϊκό στόχο για αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πάνω από 40%. Όμως η κυβέρνηση, το θεωρεί αυτό μειονέκτημα και οραματίζεται χαμηλής ειδίκευσης φτηνό εργατικό δυναμικό, χωρίς εργασιακά δικαιώματα και μισθολογικές απαιτήσεις. Οι εκπαιδευτικοί της σχεδιασμοί αποκλείουν αποδεδειγμένα ικανούς/ες μαθητές/τριες από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, και οδηγούν πλήθος παιδιών στα ιδιωτικά κολέγια.

Μια σοβαρή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση προϋποθέτει όραμα, στρατηγικό σχεδιασμό που δεν έχει ως αφετηρία του τον αποκλεισμό αλλά τη συμμετοχή, διάλογο με τα εκλεγμένα όργανα να γονέων, μαθητών/τριών και εκπαιδευτικών και πιλοτικές εφαρμογές των οποίων τα αποτελέσματα θα επανεκτιμώνται. Η εκπαίδευση έχει ανάγκη από γενναία χρηματοδότηση, επιστημονικά σχεδιασμένα προγράμματα σπουδών, επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, επαρκή και έγκαιρη στελέχωση όλων των εκπαιδευτικών δομών, ενίσχυση των υποδομών, καθώς και σοβαρά αντισταθμιστικά μέτρα για τα μορφωτικά και ψυχοκοινωνικά ελλείμματα.

Απαιτούμε:

Κατάργηση της ΕΒΕ

Μείωση μαθητών/τριών ανά τμήμα

Ποιοτικό Δημόσιο Συμπεριληπτικό Σχολείο για όλα τα Παιδιά

Κατάργηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΕΚ

29.07.2026

19 Ιουλίου, 2026

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δικαιώνει τους/τις αναπληρωτές/τριες - Οι αγώνες κερδίζονται και με διεθνείς συμμαχίες

 


18/07/2026

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δικαιώνει τους/τις αναπληρωτές/τριες

Οι αγώνες κερδίζονται και με διεθνείς συμμαχίες

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις διακρίσεις που υφίστανται οι αναπληρωτές/τριες εκπαιδευτικοί αποτελεί μια σημαντική νίκη για το εκπαιδευτικό συνδικαλιστικό κίνημα και μια ακόμη διεθνή καταδίκη της πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ που αντιμετωπίζει χιλιάδες εκπαιδευτικούς ως εργαζόμενους/ες δεύτερης κατηγορίας. 

Για χρόνια οι αναπληρωτές και οι αναπληρώτριες καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης, μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή, ζουν σε καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και στερούνται δικαιωμάτων που απολαμβάνουν οι μόνιμοι/ες συνάδελφοί/ισσες τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει πλέον ότι οι διακρίσεις αυτές δεν είναι απλώς μια άδικη πολιτική επιλογή, αλλά αντίκεινται στο ευρωπαϊκό δίκαιο  (οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία απαγορεύει τις διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου). Η εξέλιξη αυτή δεν προέκυψε από μόνη της. Δεν είναι αποτέλεσμα της «ευαισθησίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι αποτέλεσμα των αγώνων των ίδιων των αναπληρωτών/τριών, των παρεμβάσεων της ΟΛΜΕ, αλλά και της συστηματικής διεθνοποίησης του ζητήματος.

Σε αυτή την προσπάθεια, η συμβολή των ΣΥΝΕΚ υπήρξε καθοριστική. Οι εκπρόσωποί μας στην ΟΛΜΕ ανέλαβαν με συνέπεια την ανάπτυξη και εμβάθυνση της συνεργασίας της Ομοσπονδίας με την ETUCE (Ευρωπαϊκή Συνδικαλιστική Επιτροπή για την Εκπαίδευση) και την ILO (Διεθνής Οργάνωση Εργασίας). Εργαστήκαμε ώστε οι αδικίες που βιώνουν οι αναπληρωτές/τριες να μην παραμείνουν ένα «εσωτερικό ελληνικό ζήτημα», αλλά να αναδειχθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως παραβίαση θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων. Μέσα από τη συνεργασία με την ETUCE και την ILO, την ενημέρωση των ευρωπαϊκών συνδικάτων και τις κοινές παρεμβάσεις προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις ώστε η υπόθεση να αποκτήσει διεθνή διάσταση και να ασκηθεί ουσιαστική πίεση.

Η σημερινή εξέλιξη αποδεικνύει στην πράξη κάτι που οι ΣΥΝΕΚ υποστηρίζουμε διαχρονικά: οι αγώνες των εκπαιδευτικών μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικοί όταν δεν περιορίζονται αποκλειστικά μέσα στα εθνικά σύνορα. Η συμμετοχή της ΟΛΜΕ στην ETUCE και συνολικά στο ευρωπαϊκό συνδικαλιστικό κίνημα δεν είναι μια τυπική διεθνής παρουσία. Είναι εργαλείο διεκδίκησης, αλληλεγγύης και πολιτικής πίεσης. Είναι η δυνατότητα να μετατρέπονται τα προβλήματα των εκπαιδευτικών μας σε ευρωπαϊκά ζητήματα και να ενεργοποιούνται θεσμοί και συμμαχίες που ενισχύουν τις διεκδικήσεις μας.

Γι' αυτό και είναι βαθιά λανθασμένη η αντίληψη που εκφράζουν διαχρονικά οι ΑΣΕ/ΠΑΜΕ και οι Παρεμβάσεις, οι οποίες εισηγούνται την αποχώρηση της ΟΛΜΕ από την ETUCE, παρά τις καταστατικές προβλέψεις για τη συμμετοχή της. Πρόκειται για μια λογική εσωστρέφειας που στερεί από τον κλάδο πολύτιμα εργαλεία διεθνούς παρέμβασης. Σε μια περίοδο που οι πολιτικές για την εργασία, τα κοινωνικά δικαιώματα και τη δημόσια εκπαίδευση διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αποχώρηση από τα ευρωπαϊκά συνδικάτα δεν συνιστά αγωνιστική στάση. Αντίθετα, οδηγεί στην απομόνωση του ελληνικού εκπαιδευτικού κινήματος, αποδυναμώνει τη φωνή της ΟΛΜΕ και περιορίζει τη δυνατότητα συγκρότησης διεθνών συμμαχιών υπέρ των εργαζομένων.

Η σημερινή παραπομπή της Ελλάδας αποτελεί την πιο πειστική απάντηση σε όσους υποτιμούν τη σημασία της διεθνούς συνδικαλιστικής δράσης. Αποδεικνύει ότι η συνεργασία με τα ευρωπαϊκά συνδικάτα δεν είναι διακοσμητική επιλογή αλλά ουσιαστικό μέσο διεκδίκησης, που μπορεί να φέρει συγκεκριμένα αποτελέσματα για τους/τις εκπαιδευτικούς. Οι ΣΥΝΕΚ θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε μια ΟΛΜΕ ισχυρή, εξωστρεφή και παρούσα σε όλα τα διεθνή συνδικαλιστικά φόρα. Θα συνεχίσουμε να οικοδομούμε συμμαχίες με τα εκπαιδευτικά συνδικάτα της Ευρώπης, γιατί πιστεύουμε ότι η διεθνής αλληλεγγύη πολλαπλασιάζει τη δύναμη των αγώνων μας.

Τώρα η κυβέρνηση δεν έχει καμία δικαιολογία. Οφείλει να καταργήσει άμεσα κάθε διάκριση σε βάρος των αναπληρωτών/τριών, να αποκαταστήσει πλήρως τα εργασιακά τους δικαιώματα και να προχωρήσει στους αναγκαίους μαζικούς μόνιμους διορισμούς.

Οι αναπληρωτές/τριες δεν ζητούν προνόμια. Απαιτούν ισότητα, αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη. Και αυτά κατακτώνται με αγώνες, συλλογική δράση και ισχυρές διεθνείς συνδικαλιστικές συμμαχίες.

Η Γραμματεία των ΣΥΝΕΚ


Έκτη χρονιά εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής

  Έκτη χρονιά εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής Αποκλεισμός χιλιάδων μαθητών/τριών από την Τριτοβάθμια εκπαίδευση προς όφελος των ...